Χρήστου Σπ. Χριστοδούλου, θεολόγου

 

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ  (Ματθ. στ' 14-21)

Επεν Κριος· ἐὰν γρ φτε τος νθρποις τ παραπτματα ατν, φσει κα μν πατρ μν ορνιος· ἐὰν δ μ φτε τος νθρποις τ παραπτματα ατν, οδ πατρ μν φσει τ παραπτματα μν.  ῞Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι·  θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.

 

ΝΗΣΤΕΙΑ, ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ

Μέ τό ἄνοιγμα τοῦ Τριωδίου, ἀλλά καί λίγο πρίν (Κυριακή τῆς Χαναναίας καί τοῦ Ζακχαίου) ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει γιά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού εἶναι περίοδος νηστείας, περισυλλογῆς καί ἐντονώτερου πνευματικοῦ ἀγῶνα.

Μέ τήν Κυριακή τῆς Τυρινῆς, βρισκόμαστε στό κατώφλι τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀνοίγεται μπροστά μας «τό στάδιο τῶν ἀρετῶν», στό ὁποῖο ὁ ὑμνωδός τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς καλεῖ νά εἰσέλθουμε, «ἀναζωσάμενοι τόν καλόν τῆς νηστείας ἀγῶνα». Ταυτόχρονα, στό συναξάρι τῆς ἡμέρας, γίνεται μνεία τῆς ἐξορίας τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο.

Στό Δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ Σαββάτου ὁ ὑμνωδός, μᾶς παρουσιάζει τόν Ἀδάμ νά κάθεται ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου καί νά θρηνεῖ : «Ἐκάθισεν Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Ομοι, τόν πάτ πονηρ πεισθέντα καί κλαπέντα καί δόξης μακρυθέντα! Ομοι τόν πλότητι γυμνόν, νν δέ πορημένον! λλ’ Παράδεισε, οκέτι σου τς τρυφς πολαύσω, οκέτι ψομαι τόν Κύριον καί Θεόν μου καί Πλάστην. Ες γν γάρ πελεύσομαι, ξ ς καί προσελήφθην. λεμον, οκτίρμον, βο σοι. λέησόν με τον παραπεσόντα»

Λίγο παρακάτω στό Δοξαστικό τῶν ἀποστίχων, ὁ ἱερός ὑμνωδός παρατηρεῖ ἑξῆς: «Ἐξεβλήθη Ἀδάμ τοῦ Παραδείσου διά τῆς βρώσεως· διό καί καθεζόμενος ἀπέναντι τούτου δύρετο λολύζων, λεειν τ φων, καί λεγεν. Ομοι, τί πέπονθα τάλας γώ! μίαν ντολήν παρέβην τήν το δεσπότου, καί τν γαθν παντοίων στέρημαι. Παράδεισε γιώτατε, δι’ μέ πεφυτευμένος, καί διά τήν Εα κεκλεισμένος, κέτευε τ σέ ποιήσαντι, κμέ πλάσαντι, πως τν σν νθέων πλησθήσωμαι. Διό καί πρός ατόν Σωτήρ· τό μόν πλάσμα ο θέλω πολέσθαι, λλά βούλομαι τοτο σώζεσθαι καί ες πίγνωσιν ληθείας λθεν· τι τόν ρχόμενον πρός με ο μή κβάλω ξω»  

Ὁ Ἀδάμ παραβαίνοντας τήν ἐντολή τῆς νηστείας (τοῦ νά μή φάγη ἀπό τό δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ) ἐκπίπτει τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καί χάνει τόν Παράδεισο, πού εἶναι οὐσιαστικά ἡ μετά τοῦ Θεοῦ ἀναστροφή καί κοινωνία. Αὐτή ὅμως ἡ κοιωνία μέ τόν Θεό, ἦταν ἡ ὀμπρέλλα πού τόν θωράκιζε καί τόν προστάτευε ἀπό τίς δαιμονικές δυνάμεις. Χάνοντας αὐτήν τήν προστασία, ὁ Ἀδάμ καί ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη, γίνεται ἕρμαιο τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων.

Στό σημερινό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὑπάρχουν τρεῖς δεσπόζουσες ἔννοιες ἑνός γνήσιου πνευματικοῦ ἀγῶνα: ἡ συγχωρητικότητα πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους, πραγματική νηστεία (σωματική, κυρίως δέ πνευματική) καί ἡ ἀφιλαργυρία (δηλ. ἡ μετάθεση τοῦ θησαυρισμοῦ ἀπό τά ὑλικά στά πνευματικά ἀγαθά).

  1. Νηστεία, τό ἰσχυρό ὃπλο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ.

H νηστεία είναι Θεόσδοτος θεσμός. Δόθηκε από τον ίδιο τον Θεό στους πρωτοπλάστους, ως άσκηση, που θα συντελούσε στην πνευματική τους πρόοδο. Τώρα μέσα στην Εκκλησία, η νηστεία εἶναι ἕνα ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια τοῦ ἀγωνιζομένου Χριστιανοῦ. Εἶναι ἡ "μάχαιρα, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν". Μέ τήν νηστεία ἐξυγιαίνεται ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί αἵρεται ἡ πεπτωκυία της κατάσταση, δηλαδή ἀνατρέπεται τό κατεστημένο τῆς πτώσεως. Πρίν τήν πτώση (δηλαδή πρίν ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα) τροφή καί ἀπόλαυση τῆς ψυχῆς ἦταν ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό. Τό σῶμα, λόγω τοῦ φυσικοῦ συνδέσμου του μέ τήν ψυχή, ἀπολάμβανε καί αὐτό τούς καρπούς τῆς κοινωνίας μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μετά τήν πτώση, ἐπειδή ἡ ψυχή ἔχασε τήν κοινωνία της μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα στράφηκε πρός τό σῶμα καί προσπάθησε σ' αὐτό νά βρεῖ ἐκεῖνο πού ἔχασε. Ἔτσι, ὑποτάχθηκε στίς σωματικές ἡδονές, ἄρχισε νά ἀπομυζᾶ καί νά ταλαιπωρεῖ τό σῶμα καί νά τό ὁδηγεῖ, χωρίς νά τό θέλει, στήν φθορά καί στήν ἐξαθλίωση.

Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ πολυφαγία καί ἡ πολυποσία ἐξάπτουν τίς σαρκικές ἐπιθυμίες καί τά σαρκικά πάθη. Ἀντίθετα, ἡ νηστεία κατευνάζει τά πάθη. Ὁ ἄνθρωπος πού νηστεύει, μπορεῖ εὐκολώτερα νά ἐγκρατεύεται καί νά αὐτοκυριαρχεῖται. Μέ τήν νηστεία ὁ ἄνθρωπος κατευνάζει τίς ἄτακτες κινήσεις τοῦ σώματος καί μπορεῖ εὐκολώτερα ἡ ψυχή νά στραφεῖ, μέ τήν προσευχή, στόν Θεό καί ἒτσι ἀπερίσπαστη νά ἀκούσει τίς ἐντολές Του. προσευχή καί ἡ πνευματική μελέτη δίνουν πνευματική ἀξία στό ἔργο τῆς νηστείας.

Ἡ ἀληθινή νηστεία δέν περιορίζεται μόνον στή στέρηση κάποιων τροφῶν. Δέν εἶναι τόσον ἐξωτερική όσον κυρίως ἐσωτερική μορφή αγῶνος. Ἡ τροφική νηστεία πρέπει νά συνοδεύεται μέ τήν νηστεία ὅλων τῶν αἰσθήσεων, μέ τήν ἐσωτερική νηστεία τῆς ψυχῆς, ἀπό φαντασίες, σαρκικές ἐπιθυμίες καί ἐμπαθεῖς λογισμούς. «Ἀληθής νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις (ἀποξένωση), ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, καταλαλιᾶς (κατακρίσεως), ψεύδους καί ἐπιορκίας. Ἡ τούτων ἔνδεια (φτώχεια) νηστεία ἀληθής καί εὐάρεστος τῷ Θεῷ ἐστί» ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία.

Στο ιδιόμελο του πλ.Α' ήχου της Καθαράς Δευτέρας, ψάλλουμε: «Ἐλήλυθε (έφθασε) ἡ νηστεία, ἡ μήτηρ τῆς σωφροσύνης, ἡ κατήγορος τῆς ἁμαρτίας και συνήγορος τῆς μετανοίας, ἡ πολιτεία τῶν ἀγγέλων και σωτηρία τῶν ἀνθρώπων·οἱ πιστοί ἀνακράξωμεν· ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς».Ἐπίσης στό ἰδιόμελο των ἀποστίχων τῶν αἲνων, τῆς Τετάρτης τῆς Τυρινῆς, ὁ ἱερός ὑμνογράφος μᾶς συνιστᾷ: «Βρωμάτων νηστεύουσα ψυχή μου καί παθῶν μή καθαρεύουσα, μάτην ἐπαγάλλει τῇ ἀτροφίᾳ· εἰ μή γάρ ἀφορμή σοι γένηται πρός διόρθωσιν, ὡς ψευδής μισεῖται παρά Θεοῦ καί τοῖς κακίστοις δαίμοσιν ὁμοιοῦσαι τοῖς μηδέποτε σιτουμένοις· μή οὖν ἁμαρτάνουσα τήν νηστείαν ἀχρειώσῃς, ἀλλ’ ἀκίνητος, πρός ὁρμάς ἀτόπους μένε, δοκοῦσα παρεστάναι ἐσταυρωμένῳ τῷ Σωτῆρι, μᾶλλον δέ συσταυροῦσθαι, τῷ διά σέ σταυρωθέντι, ἐκβοῶσα πρός αὐτόν· μνήσθητί μου Κύριε ὃταν ἒλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου».[1]

Γιά νά εἶναι ὁλοκληρωμένη ἡ νηστεία, πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό τίς ἀρετές τῆς προσευχῆς καί τῆς ἐλεημοσύνης. Διότι, ὁ ἄνθρωπος πού νηστεύει, μπορεῖ εὐκολώτερα νά ἔχει ἀνάταση ψυχῆς καί ὅσα, λόγω τῆς νηστείας, ἐξοικονομεῖ, νά τά δίνει ἐλεημοσύνη. Ἔτσι, ἡ νηστεία ἀνεβάζει τον ἂνθρωπο, εὒκολα στόν Θεό καί ἀποδεικνύεται γι’αὐτόν ἀρχή μετανοίας.

  1. Ἡ συγχωρητικότητα,  ὡς προϋπόθεση κάθε καλοῦ ἔργου.

Ὁ Χριστός, πρίν μιλήσει γιά τόν τρόπο τῆς ἀληθινῆς νηστείας, ἔβαλε σάν θεμέλιο, πάνω στό ὁποῖο μπορεῖ νά οἰκοδομηθεῖ κάθε καλό ἔργο, τήν συγχωρητικότητα. Προϋπόθεση τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας ἀπό τόν Θεό, εἶναι νά μποροῦμε καί ἐμεῖς νά συγχωροῦμε τά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Ἔτσι, ἀρχίζουμε τήν περίοδο τῆς νηστείας (στόν πρῶτο κατανυκτικό ἑσπερινό τήν παραμονή τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας), μέ τόν ἑσπερινό τῆς συγγνώμης, ζητώντας καί δίνοντας συγχώρεση στούς συνανθρώπους μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό μποροῦμε νά προχωρήσουμε ἐλεύθεροι ἀπό κάθε «σύνδεσμο ἀδικίας» στόν καλό ἀγῶνα τῆς νηστείας.

Ἄν δέν τρῶμε κρέας ἤ κάποιες ἄλλες τροφές, «ἀλλά ἀλλήλους δάκνομεν καί κατεσθίομεν» μέ τά πάθη τῆς ψυχῆς μας, τό μίσος, τήν μνησικακία καί τήν κατάκριση, τότε ἡ "φαινομενική" νηστεία μας δέν ἔχει καμμία ἀξία, ἲσως καί εἶναι ἐπικίνδυνη. Διότι μπορεῖ νά τήν χρησιμοποιήσει ὁ διάβολος, ὡς πρόφαση γιά νά μᾶς πείση, δηλ. οὐσιαστικά νά μᾶς ρίξει "στάχτη στά μάτια", ὅτι κάτι κάνουμε καί μεῖς, ὥστε νά ἔχουμε μισθόν εὐσεβείας.

Τήν πύλη τοῦ σταδίου τῶν ἀρετῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρέπει νά τήν περάσουμε μέ πνεῦμα ταπεινώσεως καί μετανοίας. Οἱ ἀρετές αὐτές πού αὐξάνονται μέ τήν ἀληθινή νηστεία (σωματική καί πνευματική) δέν μποροῦν νά συνυπάρχουν μέ λογισμούς ζήλειας, μίσους καί μνησικακίας. Ἡ ἀληθινή νηστεία συνδέεται μέ τήν ἐπιείκεια καί τήν συγχωρητικότητα. Εἶναι ἡ εὔφορη γῆ πού θά δώσει τήν πλούσια καρποφορία τῆς ἀγάπης.

Ὁ ἀντίποδας τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» εἶναι ὁ ἐγωϊσμός. Ο εγωϊσμός εἶναι ἡ "διεστραμμένη ἀγάπη", πού ζητεῖ τά ἑαυτῆς, διότι ἔχει ρίζα τήν φιλαυτία. Ἡ νηστεία ταπεινώνει τόν ἄνθρωπο καί ἄν συνοδεύεται ἀπό ἐντονώτερη προσευχή καί ἐλεημοσύνη μπορεῖ νά τόν χαριτώσει, ὥστε νά ξεπεράση τόν φανερό ἤ κρυφό ἐγωϊσμό του καί νά φθάση στήν ἀγάπη.

  1. «Μή φανς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων», ἀλλ’ ἐργάζου «ἐν τῷ κρυπτῷ»

Ὁ Χριστός, στήν προσπάθειά Του νά σκιαγραφήσει ἕναν τέλειο τύπο ἀνθρώπου, κατέκρινε καί στηλίτευσε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο πάθος τήν ὑποκρισία. Ἔτσι, καί τώρα μᾶς ὑποδεικνύει νά ἐργαζόμεθα τίς ἀρετές (νηστεία, ἐλεημοσύνη, προσευχή) μακρυά ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων, «ἐν τῷ κρυπτῷ», μέ τήν ὑπόσχεση ὅτι «ὁ Πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ» τήν ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν Του «ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ». Διαφορετικά ἡ ἄσκηση τῶν ἀρετῶν πού ἔχει κίνητρο τήν "ἀνθρωπαρέσκεια" δέν θα έχει μισθό, διότι τόν μισθό τόν παίρνει κανείς ἀπό τά "μπράβο" τῶν ἀνθρώπων.

Συμπερασματικά, μποροῦμε να ποῦμε, ὃτι δέν πρέπει να τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ γιά νά εἰσπράξουμε τόν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀπό ἀγάπη στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί διότι μέ τήν τήρησή τους κάνουμε πνευματική πρόοδο καί ἐπιτελοῦμε  τό «καθ' ὁμοίωσιν» πού εἶναι ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας μας.

«Σύ δέ νηστεύων, ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων». Ὁ στίχος, ἐκτός ἀπό τό προφανές νόημα πού ἔχει τό «ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι» πού εἶναι ἡ ἀποφυγή τῆς ἐπιδεικτικῆς ἐμφανίσεως τοῦ νηστεύοντος, ἒχει καί κάποιο βαθύτερο νόημα. Τό πρόσωπο πού νίπτεται εἶναι "ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος τῆς καρδιᾶς", ο οποίος νίπτεται μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας, ἐνῶ ἡ κεφαλή πού ἀλείφεται εἶναι ὁ νοῦς, πού μέ τήν προσευχή ἑλκύει τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτά τά δύο ἐσωτερικά ἔργα (δηλ. ἡ κρυφή ἐργασία γιά τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί ἡ ἀναφορά τῆς ψυχῆς, διά τῆς προσευχῆς, πρός τόν Θεό) εἶναι ἐκεῖνα πού κατακαίουν τήν ὑποκρισία στή ρίζα της, διότι γίνονται «ἐν τῷ κρυπτῷ» καί «ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος» θά τά ἐπιβραβεύση «ἐν τῷ φανερῷ».

  1. Ἀφιλαργυρία, ὁ τελικός καρπός τῆς νηστείας.

Ὁ ἄνθρωπος, πού ἀγαπᾶ τό σῶμα του περισσότερο ἀπό τήν ψυχή του, φοβᾶται νά τοῦ στερήσει, ὁτιδήποτε ἀπό τά πράγματα πού ἐκεῖνο ἀγαπᾶ. Ἔτσι, γίνεται δέσμιος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί τῆς φιληδονίας. Μετά ὅμως τήν φιληδονία, ἕπεται ἡ φιλοκτημοσύνη καί ἡ φιλαργυρία.

Ἐπειδή ὅλα τά ὑλικά πράγματα φθείρονται, παληώνουν καί χάνουν τελικά τήν ἀξία τους ἤ γίνονται βορά κλεπτῶν καί διαρρηκτῶν, ὁ ἄνθρωπος πού διακατέχεται ἀπό τό πάθος τῆς φιλοκτημοσύνης καί τῆς φιλαργυρίας, κατατρώγεται ἀπό τό ἄγχος καί τήν μέριμνα τῆς διασφαλίσεως τῶν ἀγαθῶν του ἀπό ἐνδεχόμενη ἀπώλεια. Ἔτσι, "θησαυ ρίζοντας θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς" χάνει τόν πνευματικό του προσανατολισμό πρός «τό καθ’ὁμοίωσιν», πρός τούς οὐράνιους καί ἄφθαρτους θησαυρούς καί αἰχμαλωτίζεται στά ὑλικά ἀγαθά, στήν ὕλη.

Ἀντίθετα, αὐτός πού ξεκινᾶ τόν ἀγῶνα τῆς νηστείας γίνεται ὀλιγαρκής. Μπορεῖ νά μεταμορφώσει τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, πού τόν καθιστᾶ δέσμιο τῶν ὑλικῶν πραγμάτων, σέ ἀγάπη γιά τά οὐράνια, γιά τούς οὐράνιους θησαυρούς. Διασφορετικά, ἡ νηστεία του δέν θά ἔχη πνευματικό ἀποτέλεσμα. Θά καταστεῖ "δίαιτα", δηλ. μία ἐπιπλέον ἐκδήλωση τῆς φιλαυτίας του. Διότι, θά ἀποβλέπει μόνο στήν ἐξωτερική αἰσθητική καί ὑγειϊνή τοῦ σώματος καί δέν θά ἔχει "μισθό" γιά τήν ψυχή του.

Σάν συμπέρασμα, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι νηστεύουμε, ὂχι γιατί δέν ἀγαποῦμε τό σῶμα-ἡ νηστεία πρέπει νά εἶναι παθοκτόνος καί ὄχι σωματοκτόνος - ἀλλά γιατί περισσότερο ἀγαποῦμε καί δίνουμε προτεραιότητα στήν ψυχή, τήν ὁποία θέλουμε νά γίνει "Ναός τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος".  Περιφρονοῦμε τούς «θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ὅπου σής καί βρῶσις ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καί κλέπτουσιν», διότι προτιμοῦμε τούς «θησαυρούς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σής, οὒτε βρῶσις ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδέ κλέπτουσιν». Περιφρονοῦμε τά ὑλικά ἀγαθά πού φθείρονται, γιά νά ἀποκτήσουμε τά οὐράνια ἀγαθά, πού εἶναι ἄφθαρτα καί αἰώνια. Ἀμήν.                                            

 

[1] Δηλαδή, απέχουσα ψυχή μου από τροφές και μη ούσα καθαρή από πάθη, μάταια χαίρεις για την αποχή από τροφές. Διότι αν αυτή δεν γίνεται αφορμή για διόρθωσή σου, μισείται από τον Θεό ως ψεύτικη και εξομοιώνεσαι τότε με τους δαίμονες, οι οποίοι δεν τρώνε ποτέ. Μη λοιπόν αχρηστεύσεις την νηστεία σου αμαρτάνουσα, αλλά μείνε ακίνητη προς τις άτοπες ορμές σαν να παρευρισκόσουν στον Σταυρωμένο Χριστό, μάλλον δε να συσταυρωνόσουν με Αυτόν ανακράζουσα το «μνήσθητί μου Κύριε ὃταν ἒλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου»

footer
Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ